
‘‘ΟΥ ΜΠΛΕΞΕΙΣ’’. [ Η Ο ‘‘ΦΟΥΚΑΡΑΣ’’ ΚΑΙ Ο ‘‘ΝΟΙΚΟΚΥΡΗΣ’’ ]
Κάποτε, ένας ‘‘φουκαράς’’ , θύμα δραματικών περιστάσεων, ‘‘δίδαξε’’ σωφροσύνη, με τον τρόπο του, σε κάποιον αlαζόνα.
Έχοντας χάσει την περιουσία του, εγκαταλελειμμένος από τα παιδιά του, την σύζυγο του, τους συγγενείς και φίλους και με κλονισμένη την υγεία του, βρέθηκε υποχρεωμένος να διανύσει μια μεγάλη απόσταση, με σκοπό την ανεύρεση εργασίας, σε μακρινή πόλη, για να μπορέσει να επιβιώσει.
Στο δρόμο, νύχτα και με παγωνιά, ενας καλός ‘‘νοικοκύρης’’ που περνούσε από εκεί καβάλα στο άλογο του και με ένα δεύτερο άλογο, που προόριζε να το πουλήσει στην ίδια πόλη, δάνεισε στον φουκαρά οδοιπόρο, το περισσευούμενο ζώο, μέχρι να φτάσει στον προορισμό του
Κουβεντιάζοντας στο δρόμο, ο ταλαίπωρος ανθρωπάκος αφηγήθηκε την ιστορία του στον ‘‘αρχοντονοικοκυρη’’, ο οποίος δεν γνώριζε και πολλά πολλά από τα βάσανα της ζωής, αφού αυτή είχε φανεί ευνοϊκή μαζί του. Έτσι, πιστεύοντας, αλαζονικά, στην δική του δύναμη και μόνο σ’ αυτή, ειρωνευόταν τις κακοτυχίες του κουρασμένου οδοιπορου χαρακτηρίζοντας τον ανάξιο διαχειριστή της ζωής του και υπαίτιο της κατάντιας του.
Ο άτυχος φουκαράς, αφού προσπάθησε μάταια να υπερασπίσει τον εαυτό του και την άποψη πως και οι πλούσιοι και οι έξυπνοι και οι δυνατοί, μπορεί να εμπλακούν σε περιπέτειες σαν τη δική του και λέγοντας διαρκώς, αλλά μάταια, τη φράση ‘‘ου μπλέξεις φίλε μου’’, απογοητεύτηκε και αποφάσισε να μην ξαναμιλήσει, μέχρι που κατέληξαν πλέον, στον προορισμό τους
Εκεί λοιπόν, ο αρχοντονοικοκυρης ζήτησε να πάρει πίσω το άλογο του από τον φουκαρά που είχε περιμαζέψει στο δρόμο. Ο ανθρωπακος όμως αντέδρασε με τον πιο απροσδόκητο τρόπο, αρνούμενος να κατεβεί από το άλογο .
Κατέληξαν στην αστυνομία .
Εκεί ο ‘‘φουκαράς’’ είπε στον αστυνόμο , δείχνοντας τον ‘‘νοικοκύρη’’, πως αυτός ο ‘‘τύπος’’ τρελάθηκε από την αλαζονεία του, τα νομίζει όλα δικά του και ‘‘θελει να πάρει το άλογο μου’’
Ο ιδιοκτήτης του αλόγου προσπαθούσε απεγνωσμένα να αποδείξει ποια ήταν τα αληθινά περιστατικά.
Ο αστυνόμος ζήτησε αποδείξεις απο τον νόμιμο διεκδικητή του αλόγου και εφ’ όσον αυτός δεν είχε μάρτυρες, ότι δάνεισε το αλογο του στον αλλον, επειδη τον λυπηθηκε και μην εχοντας χαρτια ιδιοκτησιας για το αλογο του, ματαια προσπαθουσε να υπερασπιση τον εαυτο του. Ο αστυνομος αναγνωρισε την κυριοτητα του αλογου στον ‘‘φουκαρα’’ και επετρεψε να φυγη ο καθενας με ‘‘το δικο του’’ αλογο.
Μεταξυ εξαλλοσυνης και απογνωσης, ο ‘‘αρχοντονυκοκυρης’’ αρχισε να παρακαλαει τον ατυχησαντα ‘‘φουκαρα’’ για να ξαναπαρει πισω το αλογο του εκεινος όμως του υπενθυμισε πως το ‘‘ου μπλεξεις’’ ισχυει και για τους εξυπνους δυνατους και πλουσιους, όπως ο νοικοκυρης πιστευε για τον εαυτον του.
Εν τελει, επιστρεφοντας του το αλογο, του συνεστησε να μην υποτιμαει αυτους που η ζωη τους ερριξε στην κατω βολτα γιατι το ιδιο κινδυνευει να παθει ο κάθε ενας, ανα πασα στιγμη, δινοντας του ετσι, ένα χρησιμο μαθημα.
Προτου, δε, να απομακρυνθει, στρεφοντας το κεφαλι του, τον ειρωνευτηκε λεγοντας,
‘‘ Κρατησε το αλογο ‘‘μου’’ και μην το πουλας. Είναι χρησιμο για να θυμασαι το ‘‘ου μπλεξεις’’ και πως η αλαζονεια είναι η ‘‘αεροφαγια του πνευματος’’ που φουσκωνει τους διανους και τα μυαλα των ηλιθιων’’.
Κάποτε, ένας ‘‘φουκαράς’’ , θύμα δραματικών περιστάσεων, ‘‘δίδαξε’’ σωφροσύνη, με τον τρόπο του, σε κάποιον αlαζόνα.
Έχοντας χάσει την περιουσία του, εγκαταλελειμμένος από τα παιδιά του, την σύζυγο του, τους συγγενείς και φίλους και με κλονισμένη την υγεία του, βρέθηκε υποχρεωμένος να διανύσει μια μεγάλη απόσταση, με σκοπό την ανεύρεση εργασίας, σε μακρινή πόλη, για να μπορέσει να επιβιώσει.
Στο δρόμο, νύχτα και με παγωνιά, ενας καλός ‘‘νοικοκύρης’’ που περνούσε από εκεί καβάλα στο άλογο του και με ένα δεύτερο άλογο, που προόριζε να το πουλήσει στην ίδια πόλη, δάνεισε στον φουκαρά οδοιπόρο, το περισσευούμενο ζώο, μέχρι να φτάσει στον προορισμό του
Κουβεντιάζοντας στο δρόμο, ο ταλαίπωρος ανθρωπάκος αφηγήθηκε την ιστορία του στον ‘‘αρχοντονοικοκυρη’’, ο οποίος δεν γνώριζε και πολλά πολλά από τα βάσανα της ζωής, αφού αυτή είχε φανεί ευνοϊκή μαζί του. Έτσι, πιστεύοντας, αλαζονικά, στην δική του δύναμη και μόνο σ’ αυτή, ειρωνευόταν τις κακοτυχίες του κουρασμένου οδοιπορου χαρακτηρίζοντας τον ανάξιο διαχειριστή της ζωής του και υπαίτιο της κατάντιας του.
Ο άτυχος φουκαράς, αφού προσπάθησε μάταια να υπερασπίσει τον εαυτό του και την άποψη πως και οι πλούσιοι και οι έξυπνοι και οι δυνατοί, μπορεί να εμπλακούν σε περιπέτειες σαν τη δική του και λέγοντας διαρκώς, αλλά μάταια, τη φράση ‘‘ου μπλέξεις φίλε μου’’, απογοητεύτηκε και αποφάσισε να μην ξαναμιλήσει, μέχρι που κατέληξαν πλέον, στον προορισμό τους
Εκεί λοιπόν, ο αρχοντονοικοκυρης ζήτησε να πάρει πίσω το άλογο του από τον φουκαρά που είχε περιμαζέψει στο δρόμο. Ο ανθρωπακος όμως αντέδρασε με τον πιο απροσδόκητο τρόπο, αρνούμενος να κατεβεί από το άλογο .
Κατέληξαν στην αστυνομία .
Εκεί ο ‘‘φουκαράς’’ είπε στον αστυνόμο , δείχνοντας τον ‘‘νοικοκύρη’’, πως αυτός ο ‘‘τύπος’’ τρελάθηκε από την αλαζονεία του, τα νομίζει όλα δικά του και ‘‘θελει να πάρει το άλογο μου’’
Ο ιδιοκτήτης του αλόγου προσπαθούσε απεγνωσμένα να αποδείξει ποια ήταν τα αληθινά περιστατικά.
Ο αστυνόμος ζήτησε αποδείξεις απο τον νόμιμο διεκδικητή του αλόγου και εφ’ όσον αυτός δεν είχε μάρτυρες, ότι δάνεισε το αλογο του στον αλλον, επειδη τον λυπηθηκε και μην εχοντας χαρτια ιδιοκτησιας για το αλογο του, ματαια προσπαθουσε να υπερασπιση τον εαυτο του. Ο αστυνομος αναγνωρισε την κυριοτητα του αλογου στον ‘‘φουκαρα’’ και επετρεψε να φυγη ο καθενας με ‘‘το δικο του’’ αλογο.
Μεταξυ εξαλλοσυνης και απογνωσης, ο ‘‘αρχοντονυκοκυρης’’ αρχισε να παρακαλαει τον ατυχησαντα ‘‘φουκαρα’’ για να ξαναπαρει πισω το αλογο του εκεινος όμως του υπενθυμισε πως το ‘‘ου μπλεξεις’’ ισχυει και για τους εξυπνους δυνατους και πλουσιους, όπως ο νοικοκυρης πιστευε για τον εαυτον του.
Εν τελει, επιστρεφοντας του το αλογο, του συνεστησε να μην υποτιμαει αυτους που η ζωη τους ερριξε στην κατω βολτα γιατι το ιδιο κινδυνευει να παθει ο κάθε ενας, ανα πασα στιγμη, δινοντας του ετσι, ένα χρησιμο μαθημα.
Προτου, δε, να απομακρυνθει, στρεφοντας το κεφαλι του, τον ειρωνευτηκε λεγοντας,
‘‘ Κρατησε το αλογο ‘‘μου’’ και μην το πουλας. Είναι χρησιμο για να θυμασαι το ‘‘ου μπλεξεις’’ και πως η αλαζονεια είναι η ‘‘αεροφαγια του πνευματος’’ που φουσκωνει τους διανους και τα μυαλα των ηλιθιων’’.
